Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Στα Καρούλια (κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη)


Τελείωνε πι τ προσκύνημά μας. Τς παραμονς το μισεμο πρα τν νήφορο μοναχός, ν' νέβω στ' γρια συχαστήρια, νάμεσα στος βράχους ψηλ πάνω π τ θάλασσα, στ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σ σπηλιές, ζον κε κα προσεύχουνται γι τς μαρτίες το κόσμου, καθένας μακρι π τν λλο, γι ν μν χουν κα τν παρηγορι ν βλέπουν νθρώπους, ο πι γριοι,ο πι γιοι σκητς το γ. ρους. να καλαθάκι χουν κρεμασμένο στ θάλασσα, κι ο βάρκες πο τυχαίνει κάποτε ν περνον ζυγώνουν κα ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, λιές, ,τι χουν, γι ν μν φήσουν τος σκητς ν πεθάνουν τς πείνας. Πολλο π τος γριους ατος σκητς τρελαίνουνται• θαρρον πς καμαν φτερά, πετον πάνω π τν γκρεμ κα γκρεμίζουνται• κάτω γιαλς εναι γεμάτος κόκκαλα.


νάμεσα στος ρημίτες τούτους ζοσε τ χρόνια κενα, ξακουστς γι τν γιοσύνη του, Μακάριος Σπηλαιώτης. Ατν κίνησα ν δπ τ στιγμ πο πάτησα στ ερ βουνό, εχα πάρει τν πόφαση ν πάω ν τν δ, ν σκύψω ν το φιλήσω τ χέρι κα ν το ξομολογηθ. χι τ κρίματά μου, δν πίστευα ν ‘χα κάμει ς τότε πολλά, χι τ κρίματά μου παρ τν ωσφορικ λαζονεία πο συχν μ' σπρωχνε ν μιλ μ ναίδεια γι τ φτ μυστήρια κα τς δέκα ντολς κα ν θέλω ν χαράξω δικό μου δεκάλογο.

φτασα κατ τ μεσημέρι στ' σκηταριά• τρπες μαρες στν γκρεμό, σιδερένιοι σταυρο καρφωμένοι στος βράχους, νας σκελετς πρόβαλε π μι σπηλιά, τρόμαξα• σ ν 'χε φτάσει κιόλας Δευτέρα Παρουσία κα ξεπρόβαλε σκελετς ατς π τ γς κα δν εχε κόμα προφτάσει ν ντυθε λες τς σάρκες του. Φόβος κι ηδία μ κυρίεψε, κα συνάμα κρυφς νομολόγητος θαμασμός• δν τόλμησα ν τν ζυγώσω, τν ρώτησα π μακριά• πλωσε τ ξεραμένο μπράτσο, μίλητος, κα μο 'δειξε μι μαύρη σπηλι ψηλ στ χείλια το γκρεμο.

Πρα ν’ νεβαίνω πάλι τος βράχους, μ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, φτασα στ σπηλιά. σκυψα ν δ μέσα• μυρωδι χωματίλα κα λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγ σιγ διέκρινα να σταμνάκι δεξά, σ μι σκισμάδα το βράχου, τίποτα λλο• καμα ν φωνάξω, μ σιωπ μέσα στ σκοτάδι τοτο μο φάνηκε τόσο ερή, τόσο νησυχαστική, πο δν τόλμησα• σν μαρτία, σν εροσυλία μο φάνηκε δ φων το νθρώπου.

Εχαν πι συνηθίσει τ μάτια μου στ σκοτάδι, κι ς τ γούρλωνα κα κοίταζα, νας φωσφορισμς παλός, να πρόσωπο χλωμό, δυ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στ βάθος τς σπηλις κι κούστηκε γλυκι ξεπνεμένη φωνή:
— Καλς τον!
καμα κουράγιο, μπκα στ σπηλιά, προχώρησα κατ τ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εχε σηκώσει τ κεφάλι σκητής, κα διέκρινα στ μεσόφωτο τ πρόσωπό του τριχο, φαγωμένο π τς γρύπνιες κα τν πείνα, μ δειανος βολβούς, ν γυαλίζει βυθισμένο σ νείπωτη μακαριότητα• τ μαλλι του εχαν πέσει, λαμπε τ κεφάλι του σν κρανίο.
— Ελόγησον, πάτερ, επα κι σκυψα ν το φιλήσω τ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ρα σωπαίναμε• κοίταζα μ πληστία τν ψυχ τούτη πο εχε ξαφανίσει τ κορμί της, ατ βάραινε τς φτερογες της κα δν τν φηνε ν' νέβει στν ορανό. νήλεο, νθρωποφάγο θερι ψυχ πο πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, λα το τά 'χε φάει.

Δν ξερα τί ν π, π πο ν' ρχίσω. Σν να στρατόπεδο στερα π φοβερ σφαγή μο φάνταζε τ σαράβαλο κορμ μπροστ μου• ξέκρινα πάνω του τς νυχις κα τς δαγκωματις το Πειρασμο.
ποκότησα τέλος:
— Παλεύεις κόμα μ τ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τν ρώτησα.
χι πιά, παιδ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι ατς μαζ μου• δν χει δύναμη• παλεύω μ τ Θεό.
— Μ τ Θεό! καμα ξαφνιασμένος• κι λπίζεις ν νικήσεις;
λπίζω ν νικηθ, παιδ μου• μο πόμειναν κόμα τ κόκαλα• ατ ντιστέκουνται.
— Βαρι ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι γ ν σωθ, δν πάρχει λλος δρόμος;
— Πι βολικός; καμε σκητς κα χαμογέλασε μ συμπόνια.
— Πι νθρώπινος, γέροντά μου.
νας μονάχα δρόμος.
— Πς τν λέν;
νήφορο• ν' νεβαίνεις να σκαλί• π τ χορτασμ στν πείνα, π τν ξεδιψασμ στ δίψα, π τ χαρ στν πόνο• στν κορφ τς πείνας, τς δίψας, το πόνου κάθεται Θεός. Στν κορφ τς καλοπέρασης κάθεται Διάβολος• διάλεξε.
— Εμαι κόμα νέος• καλ 'ναι γς, χω καιρ ν διαλέξω.
πλωσε σκητς τ πέντε, κόκαλα το χεριο του, γγιξε τ γόνατό μου, μ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρν σ ξυπνήσει Χάρος.
νατρίχιασα.
— Εμαι νέος, ξανάπα γι ν κάμω κουράγιο.
Χάρος γαπάει τος νέους• Κόλαση γαπάει τος νέους• ζω 'ναι να μικρ κεράκι ναμμένο, εκολα σβήνει, χε τ νο σου, ξύπνα!

Σώπασε μι στιγμή, κα σ λίγο:
— Εσαι τοιμος; μο κάνει.
γανάχτηση μ κυρίεψε κα πεσμα.
χι! φώναξα.
— Αθάδεια τς νιότης! Τ λς κα καυχιέσαι, μ φωνάζεις• δ φοβσαι;
— Ποις δ φοβται; Φοβομαι. Κι λόγου σου, πάτερ γιε, δ φοβσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει ν φτάσεις στν κορφ τς σκάλας, φάνηκε πόρτα τς Παράδεισος• μ θ' νοίξει πόρτα ατ ν μπες; θ' νοίξει; εσαι σίγουρος;

Δυ δάκρυα κύλησαν π τς κόχες τν ματιν του• ναστέναξε• κα σ λίγο:
— Εμαι σίγουρος γι τν καλοσύνη το Θεο• ατ νικάει κα συχωρνάει τς μαρτίες το νθρώπου.
— Κι γ εμαι σίγουρος γι τν καλοσύνη το Θεο• ατ λοιπν μπορε ν συχωρέσει κα τν αθάδεια της νιότης.
λίμονο ν κρεμόμαστε μονάχα π τν καλοσύνη το Θεο κακία τότε κι ρετ θ μπαναν γκαλιασμένες στν Παράδεισο.
— Δν εναι, θαρρες, γέροντά μου, καλοσύνη το Θεο τόσο μεγάλη;
Κι ς τό 'πα, στραψε στ νο μου νόσιος, μπορε, μά, ποις ξέρει, μπορε τρισάγιος στοχασμός, πς θά 'ρθει καιρς τς τέλειας λύτρωσης, τς τέλειας φίλιωσης, θ σβήσουν ο φωτις τς Κόλασης, κι σωτος Υός, Σατανς, θ' νέβει στν ορανό, θ φιλήσει τ χέρι το Πατέρα κα δάκρυα θ κυλήσουν π τ μάτια του: «μαρτον!» θ φωνάξει, κι Πατέρας θ' νοίξει τν γκάλη του: «Καλς ρθες» θ το πε «καλς ρθες, γι μου• συχώρεσέ με πο σ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μ δν τόλμησα ν ξεστομίσω τ στοχασμ μου• πρα να πλάγιο μονοπάτι ν το τ π.
χω κουστά, γέροντά μου, πς νας γιος, δ θυμμαι τώρα ποιός, δν μποροσε ν βρε νάπαψη στν Παράδεισο. κουσε Θες τος στεναγμούς του, τν κάλεσε: «Τί χεις κι ναστενάζεις;» τν ρώτησε• «δν εσαι ετυχής;—Πς νά 'μαι ετυχής, Κύριε;» το ποκρίθηκε γιος. Στ μέση μέση τς Παράδεισος να συντριβάνι κα κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τν κολασμένων».

σκητς καμε τ σημάδι το σταυρο, τ χέρια του τρεμαν.
— Ποις εσαι; καμε μ φων ξεψυχισμένη• παγε πίσω μου, Σαταν!
καμε πάλι τ σταυρ του τρες φορές, φτυσε στν έρα:
παγε πίσω μου, Σαταν, ξανάπε, κι φων του τώρα εχε στερεώσει.

γγιξα τ γόνατό του πο γυάλιζε γυμν στ μεσόφωτο• τ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, το κάνω, δν ρθα δ ν σ πειράξω, δν εμαι Πειρασμός• εμαι νας νέος πο θέλει ν πιστέψει πλοϊκά, χωρς ν ρωτάει, πως πίστευε παππούς μου χωριάτης• θέλω, μ δν μπορ.
λίμονό σου, λίμονό σου, δυστυχισμένε• τ μυαλ θ σ φάει, τ γ θ σ φάει. ρχάγγελος ωσφόρος, πο σ περασπίζεσαι κα θς ν τν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στν Κόλαση; ταν στράφηκε στ Θε κι επε: γώ. Να ναί, κου, νεαρέ, κα βάλ'το καλ στ νο σου:
να μονάχα πράμα κολάζεται στν Κόλαση, τ γώ. Τ γώ, νάθεμά το!
Τίναξα τ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μ τ γ ατ ξεχώρισε νθρωπος π τ ζο, μν τ κακολογς, πάτερ Μακάριε.
— Μ τ γ ατ ξεχώρισε π τ Θεό. Πρτα λα ταν να μ τ Θεό, ετυχισμένα στν κόρφο του. Δν πρχε γ κα σ κι κενος• δν πρχε δικό σου κα δικ μου, δν πρχαν δυό, πρχε να• τ να, νας. Ατς εναι Παράδεισος πο κος, κανένας λλος• π κε ξεκινήσαμε, ατν θυμται κα λαχταρίζει ψυχ ν γυρίσει• βλογημένος θάνατος! τί ‘ναι θάνατος, θαρρες; να μουλάρι, τ καβαλικεύουμε κα πμε.

Μιλοσε, κι σο μιλοσε τ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, ετυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπ τ χείλια του κι πιανε λο του τ πρόσωπο. νιωθες βυθίζουνταν στν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελς, γέροντά μου;
— Εναι ν μ χαμογελ; μο ποκρίθηκε•' εμαι ετυχής, παιδ μου• κάθε μέρα, κάθε ρα, γρικ τ πέταλα το μουλαριο, γρικ τ Χάρο ν ζυγώνει.

Εχα σκαρφαλώσει τ βράχια γι ν ξομολογηθ στν γριο τοτον παρνητή της ζωής• μ εδα ταν κόμα πολ νωρίς• ζω μέσα μου δν εχε ξεθυμάνει, γαποσα πολ τν ρατ κόσμο, λαμπε ωσφόρος στ μυαλό μου, δν εχε φανιστε μέσα στν τυφλωτικ λάμψη το Θεο. ργότερα, συλλογίστηκα, σ γεράσω, σν ξεθυμάνω, σν ξεθυμάνει μέσα μου κι ωσφόρος.

Σηκώθηκα. σκωσε γέροντας τ κεφάλι.
— Φεύγεις; καμε• ε στ καλό• Θες μαζί σου.
Κα σ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στν ορανό, ντιμίλησα• κα πς στ Θε, δ φταμε μες, φταίει ατς πο καμε τν κόσμο τόσο ραο.
 
Νίκος Καζαντζάκης

Στ
Καρούλια

π τν «ναφορ στν Γκρέκο» ,κδ. λ. Καζαντζάκη, 1964.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου